Οι συγκλονιστικές «Τρωάδες» αποθεώθηκαν στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Περισσότεροι από 12 χιλιάδες θεατές κατέκλυσαν το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, την Παρασκευή 18 και το Σάββατο 19 Αυγούστου, για να παρακολουθήσουν τη μεγάλη παραγωγή του ΚΘΒΕ «Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε μετάφραση Θόδωρου Στεφανόπουλου και σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη.

 

Το πολυπληθές κοινό, που γέμισε το αργολικό θέατρο και τις δύο ημέρες, υποδέχτηκε με ενθουσιασμό και τεράστια συγκίνηση ένα δυνατό επιτελείο ηθοποιών και συντελεστών και τη μεγάλη κυρία του θεάτρου, Ρούλα Πατεράκη, στο ρόλο της Εκάβης.

 

Πατρίδα μου, δύσμοιρή μου πατρίδα…

Με δάκρυα στα μάτια σε αφήνω

Τώρα βλέπεις το θλιβερό τέλος…

 

Ο βραβευμένος Χρήστος Σουγάρης, μέσα από μια χαμηλόφωνη σκηνοθετική ματιά, «κατέθεσε» μια τρυφερή ουμανιστική ανάγνωση ενός έργου που θέτει υπό αμφισβήτηση την έννοια του νικητή και ηττημένου, αναδεικνύοντας την αλαζονεία αυτού που κυριαρχεί και την ίδια στιγμή το μεγαλείο αυτού που έχει χάσει τα πάντα.

 

Με την εμπνευσμένη μετάφραση του Θεόδωρου Στεφανόπουλου, μέσα σε ένα λιτό σκηνικό τοπίο, με ένα πιάνο επί σκηνής όπου ο σπουδαίος Στέφανος Κορκολής έπαιξε ζωντανά, ξεδιπλώνοντας με το μοναδικό μουσικό του ύφος τον μελωδικό κόσμο που συνέθεσε για τις «Τρωάδες», η παράσταση καθήλωσε το κοινό, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα συγκίνησης.

 

Στην υπόκλιση του θιάσου, όρθιοι οι θεατές, δεν άφηναν τους ηθοποιούς και τους συντελεστές να φύγουν από τη σκηνή, ενώ οι επευφημίες και τα ηχηρά «μπράβο», με αποκορύφωμα την αποθέωση της Ρούλας Πατεράκη, κράτησαν πολλά λεπτά μετά το τέλος της κάθε παράστασης.

 

Αφοπλιστική στο ρόλο της Εκάβης, η Ρούλα Πατεράκη, έδωσε μια συγκλονιστική ερμηνεία κι άφησε το προσωπικό της αποτύπωμα στην πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιού στην Επίδαυρο, μαζί με ένα σπουδαίο επιτελείο πρωταγωνιστών: τον Δημήτρη Πιατά, τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη, τη Μαρία Διακοπαναγιώτου, την Μαρίζα Τσάρη, την Κλειώ Δανάη Οθωναίου, την Λουκία Βασιλείου και τον Αντώνη Καφετζόπουλο, στο ρόλο του Ποσειδώνα, καθώς κι έναν εξαιρετικό 20μελή θίασο γυναικών στο Χορό.

 

Η παράσταση συνεχίζει το «ταξίδι» της σε επιλεγμένα θέατρα της της χώρας με τις «αποσκευές» της γεμάτες από την αγάπη, την ενέργεια, τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα των θεατών που την παρακολούθησαν.

 

Μετά τις παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, ακολουθούν το Κιλκίς, η επιστροφή στη Θεσσαλονίκη – όπου η παράσταση ξεκίνησε με sold out- ενώ οι «Τρωάδες» θα ολοκληρώσουν το ταξίδι τους τους στην Αττική τον Σεπτέμβριο.

 

 

« Είμαστε ιδιαίτερα περήφανοι που η μεγάλη κυρία του Ελληνικού Θεάτρου Ρούλα Πατεράκη μας τιμά αναλαμβάνοντας τον απαιτητικό ρόλο της Εκάβης, στις «Τρωάδες». Ένα έργο κλασικό και πάντα επίκαιρο αφού διαπραγματεύεται τον πόλεμο και τις συνέπειές του. Σε έναν κόσμο όπου σχεδόν κάθε στιγμή διαδραματίζεται μια πολεμική σύρραξη σε κάποια γωνιά του» τονίζει ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΚΘΒΕ, Αστέριος Πελτέκης.

 

Λίγα λόγια για το έργο

Σε αναμονή της αναχώρησής τους για την Ελλάδα, οι αιχμάλωτες γυναίκες της Τροίας θρηνούν για την άλωση της πόλης. Μαζί τους η Εκάβη, που περιμένει την ανακοίνωση για τη δική της μοίρα αλλά έρχεται αντιμέτωπη με απανωτές συμφορές: η Πολυξένη σκοτώνεται στον τάφο του Αχιλλέα και η Ανδρομάχη μαθαίνει την απόφαση των Αχαιών να θανατώσουν τον μικρό της γιο, τον Αστυάνακτα. Την ίδια ώρα, η Κασσάνδρα προμηνύει τις καταστροφές που θα βρουν τους Έλληνες στον δρόμο της επιστροφής.

 

Οι Τρωάδες, η μόνη σωζόμενη τραγωδία της ευριπίδειας τριλογίας για τον Τρωικό Πόλεμο, διδάχτηκε το 415 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια. Το έργο γράφτηκε λίγο μετά την καταστροφή της Μήλου το 416 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι, με απάνθρωπη βιαιότητα, σκότωσαν όλους τους ενήλικες άντρες της Μήλου και πούλησαν για δούλους τις γυναίκες και τα παιδιά.

 

Ο Ευριπίδης επιχειρεί να προειδοποιήσει για τις συνέπειες της ασυδοσίας των νικητών και να υπενθυμίσει τη σημασία του να παραμένει κανείς άνθρωπος, μακριά από την ψευδαίσθηση παντοδυναμίας που προκαλούν οι εφήμερες νίκες. Στις Τρωάδες ο ποιητής αναδεικνύει την ανθρώπινη διάσταση του εχθρού και, εστιάζοντας στο μεγαλείο των γυναικών της Τροίας, προβάλλει τη δύναμη εκείνη που κάνει τον άνθρωπο να επιμένει ακόμα και μετά την καταστροφή.

 

Σημείωμα σκηνοθέτη

Η σχέση μου με τη Ευριπίδεια αυτή τραγωδία ξεκινάει από την εποχή που ήμουν ακόμη σπουδαστής στη Δραματική σχολή του ΚΘΒΕ.

Οι Τρωάδες αποτέλεσαν την πτυχιακή εργασία του έτους μας, σε σκηνοθεσία του δασκάλου μας, Γιάννη Ρήγα και υπήρξαν -μαζί με τον Αίαντα του Βασίλη Παπαβασιλείου, την Ηλέκτρα του Αντουάν Βιτέζ και τις Βάκχες, του Ματίας Λάνγκχοφ- η αφετηρία μιας έντονης και διαρκούς μέχρι και σήμερα μελέτης και αγάπης για το θεατρικό αυτό είδος, καθώς και τους τρόπους της σκηνικής ερμηνείας του.

Ανήκω, επίσης, στην κατηγορία αυτή των θεατών που απολαμβάνει να επισκέπτεται ανοιχτά -και όχι μόνο- θέατρα και να παρακολουθεί απόπειρες σκηνικής ανάγνωσης των αριστουργημάτων των τριών μεγάλων ποιητών.

Απολαμβάνω δε, ακόμη περισσότερο τη διαφορετικότητα -όταν αυτή υφίσταται- στην αισθητική αφήγησης των καλλιτεχνών. Και αυτό διότι πολλοί από εμάς, κάνουμε το λάθος να θεωρούμε πως υπάρχει μία μόνο εκδοχή της Αντιγόνης, του Οιδίποδα, του Ηρακλή, συνεπώς υπάρχει και μία μόνο, αισθητική αφήγησης. Συνήθως αποδεχόμαστε αυτή που έχει κυριαρχήσει.

Το πραγματικά εντυπωσιακό απ’ όλες τις απόψεις, είναι το γεγονός πως οι τραγικοί μας, οι ομότεχνοι, καθώς και οι ακροατές και θεατές του είδους αυτού, κατά την περίοδο της ακμής του, αρέσκονταν να συνδιαλέγονται με αφορμή γνωστούς και διαδεδομένους μύθους, αλλά κατά κύριο λόγο με βάση την ερμηνεία τους. Την αυστηρά προσωπική -άρα και μοναδική- ερμηνεία αυτών των μύθων.

Δεν είναι ίδια η Ηλέκτρα του Σοφοκλή με αυτή του Ευριπίδη. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε! Και ποιο θα ήταν το ενδιαφέρον, σε μία τέτοια περίπτωση.

 

Αυτό που με απασχολούσε διαρκώς στη θέαση του είδους αυτού ήταν η παγίωση ενός αισθητικού τρόπου αφήγησης και η εμμονή επαγγελματιών αλλά και μέρους θεατών, σε σχέση με το τι είναι, αλλά κυριότερα το πώς ερμηνεύεται αυτό το είδος.

Πρακτικά αυτό το οποίο είχε επικρατήσει και μας ταλανίζει ακόμη με τα κατάλοιπα του, ήταν η βερμπαλιστική εκδοχή αφήγησης, με ενδεχομένως ενδιαφέρουσες σκηνικές αποδόσεις σκηνοθετών και μεγάλων πρωταγωνιστών του ένδοξου θεατρικού παρελθόντος της χώρας, τις οποίες εμείς οι άμοιροι «επίγονοι» έπρεπε να προστατεύσουμε ως πολιτιστική κληρονομιά, να τη διαφυλάξουμε και να αναλάβουμε τη διάδοσή της. Δυστυχώς ακόμη και σήμερα μας απασχολούν ζητήματα, όπως το «πώς παίζεται η τραγωδία», αν «είναι πρέπον το να πατάμε τη θυμέλη του αργολικού θεάτρου», αν «είναι ασέβεια -απέναντι σε ποιόν άραγε;- η χρήση μικροφώνων στην αναπαράσταση του είδους», αλλά και το «αν επιτρέπεται να ερμηνεύεται το είδος με άλλον τρόπο, πλην του αρχετυπικού ιεροτελεστικού σχεδόν ύφους, το οποίο με διάφορους τρόπους και ερμηνείες, μας αποκαλύφθηκε από την προφανώς χρήσιμη και σπουδαία μελέτη αρχαιολόγων, φιλολόγων και επαγγελματιών του είδους μας».

 

Αυτό το οποίο όμως συχνά μας διαφεύγει, είναι το γεγονός πως οι Αθηναίοι πολίτες, επισκέπτονταν το θέατρο του Διονύσου, όχι για να ακούσουν και να δουν την περσινή μεγάλη επιτυχία της Αντιγόνης παραδείγματος χάριν, αλλά τη φετινή ερμηνεία ενός άλλου ποιητή πάνω στο συγκεκριμένο μύθο.

Και ενώ οι ομότεχνοι μας, συγγραφείς, υποκριτές αλλά και οι θεατές, δεν ασχολούνταν καθόλου με ζητήματα όπως η «αυθεντία» και η «επιστημονική επάρκεια» αλλά απαλλαγμένοι από τέτοιου είδους ιδεολογικά βαρίδια, ενδιαφέρονταν για ερμηνείες, και μόνον εμείς φανερωνόμαστε συντηρητικότεροι αυτών, επιμένοντας σε αφηγήματα όπως «αυτό δεν είναι τραγωδία» κάθε φορά που μας παρουσιάζεται μια διαφορετική ερμηνεία από αυτή που δοξάστηκε και μας επιβλήθηκε στο παρελθόν.

 

Είχα και συνεχίζω να έχω την αίσθηση, η οποία κάποιες φορές ανάγεται σε πίστη, πως μπορείς να σέβεσαι το είδος, προσπαθώντας όμως να συνομιλήσεις ουσιαστικά μέσω αυτού με τους σύγχρονους σου θεατές, σε ένα πλαίσιο ειλικρινούς προσπάθειας, η οποία για μένα, ξεκινά από την προσωπική ιδιωτική ακρόαση, πριν καταλήξει αυτή να γίνει δημόσια.

Τολμώ να υποστηρίξω, πως όσο πιο δυνατά ακουγόμαστε, τόσο λιγότερο ακούμε την ίδια μας τη φωνή.

Η μικρή μου εμπειρία σε σχέση με την αναπαράσταση του είδους  -οι Τρωάδες είναι η τέταρτη απόπειρά μου- έδειξε πως δεν είναι και τόσο άτοπο το αίτημα για μια χαμηλόφωνη, ουμανιστική, απαλλαγμένη από βερμπαλισμούς, σκηνική ανάγνωση της τραγωδίας.

Το είδος δεν κινδυνεύει από ερμηνείες που μοιάζουν «νεωτεριστικές». Το είδος, όπως και κάθε άλλο είδος, κινδυνεύει μόνο από αδιάφορες, πρόχειρες και, εν τέλει, κακές ερμηνείες.

Με αφορμή, λοιπόν, αυτήν την τραγωδία και συνεχίζοντας τη σκηνική μελέτη του είδους, μαζί με τους πολύτιμους συνεργάτες μου, θα αποπειραθούμε για άλλη μια φορά να δημιουργήσουμε, με το απολύτως προσωπικό μας ύφος, μια σκηνική ανάγνωση, ειλικρινούς και χαμηλόφωνης αφήγησης πάνω στην σπαρακτική αυτήν τραγωδία ενός πραγματικά σπουδαίου νεωτεριστή του είδους.

Xρήστος Σουγάρης

 

Σημείωμα συνθέτη

Με μεγάλη χαρά δέχτηκα την πρόταση του ΚΘΒΕ να συνθέσω τη μουσική για αυτό το αριστούργημα του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη. Είναι η δεύτερη φορά που συνθέτω μουσική για τραγωδία –η πρώτη ήταν πριν τέσσερα χρόνια για τις Βάκχες του ίδιου συγγραφέα.

 

Οι Τρωάδες θεωρώ πως είναι ίσως το κορυφαίο και το πιο διαχρονικό έργο, διότι διηγείται κάτι το οποίο βιώνουν ακόμα και σήμερα πάρα πολλοί άνθρωποι. Η μουσική, ακολουθώντας τη χαμηλόφωνη σε ένταση, αλλά όχι σε συναίσθημα, ερμηνεία του έργου και των ηθοποιών, αποκτά έναν cine-matic χαρακτήρα, που κινείται σε μινιμαλιστική και νέο-ρομαντική φόρμα, χωρίς όμως να έχει συνοδευτική ιδιότητα και να είναι υποτονική. Είναι ένας ακόμη «ρόλος» του έργου που δημιουργεί τις κατάλληλες ατμόσφαιρες και πορεύεται σύμφωνα με την εξέλιξη της τραγωδίας. Ένα βασικό μουσικό μοτίβο το οποίο μεταλλάσσεται (παραλλαγές) ανάλογα με τις σκηνές, με σκοπό να τονίσει την απόγνωση, τον πόνο και την αγωνία. Η μουσική δεν γίνεται αναγκαστικά τραγούδι στα χορικά αλλά αρωγός των συναισθημάτων. Η απόδοσή της μόνο με ένα πιάνο θεωρήσαμε, μαζί με τον σκηνοθέτη Χρήστο Σουγάρη, πως θα είχε πιο αρμονική συνύπαρξη με τον τρόπο που αποδίδεται το έργο.

 

Χαίρομαι ιδιαίτερα που μου δίνεται η δυνατότητα να ερμηνεύσω τη μουσική επί σκηνής στην πρεμιέρα, στο Θέατρο Δάσους και στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Στέφανος Κορκολής

 

 

 

ΤΡΩΑΔΕΣ

Συντελεστές

Μετάφραση: Θεόδωρος Στεφανόπουλος, Δραματουργική επεξεργασίαΣκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης, Σκηνικά -Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου, Πρωτότυπη μουσική σύνθεση:  Στέφανος Κορκολής, Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης, Φωτισμοί:  Αλέκος Αναστασίου, Σχεδιασμός μακιγιάζ: Μαντώ Καμάρα, Βοηθός σκηνοθέτη: Χριστόφορος Μαριάδης, Βοηθός σκηνογράφου- ενδυματολόγου: Δανάη Πανά, Οργάνωση παραγωγής: Marleen Verschuuren, Φωτογραφίες: Mike Rafail (That Long Black Cloud)

 

Διανομή (αλφαβητικά): Μελίνα Αποστολίδου (Αθηνά), Λουκία Βασιλείου (Αθηνά, Ελένη), Μομώ Βλάχου (Αθηνά), Χαρά Γιώτα (Αθηνά), Ηλέκτρα Γωνιάδου (Αθηνά), Μαρία Διακοπαναγιώτου (Κασσάνδρα), Αντώνης Καφετζόπουλος (Ποσειδώνας), Χριστίνα Μπακαστάθη (Αθηνά), Αλέξανδρος Μπουρδούμης (Μενέλαος), Μπέττυ Νικολέση (Αθηνά), Ρούλα Πατεράκη (Εκάβη), Κλειώ Δανάη Οθωναίου (Αθηνά, Ελένη), Δημήτρης Πιατάς (Ταλθύβιος), Πολυξένη Σπυροπούλου (Αθηνά), Βιργινία Ταμπαροπούλου (Αθηνά), Θεοφανώ Τζαλαβρά (Αθηνά), Μαρίζα Τσάρη (Ανδρομάχη), Μάρα Τσικάρα (Αθηνά)

* Έκτακτη αντικατάσταση: Γιάννης Χαρίσης

Γυναίκες: Μαριάννα Αβραμάκη, Μελίνα Αποστολίδου, Λουκία Βασιλείου, Μομώ Βλάχου, Χαρά Γιώτα, Ηλέκτρα Γωνιάδου, Ζωή Ευθυμίου, Ηλέκτρα Καρτάνου, Εύη Κουταλιανού, Λωξάνδρα Λούκας, Ελένη Μισχοπούλου, Χριστίνα Μπακαστάθη, Χρυσή Μπαχτσεβάνη, Μπέτυ Νικολέση, Κλειώ Δανάη Οθωναίου, Πολυξένη Σπυροπούλου, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Θεοφανώ Τζαλαβρά,  Φωτεινή Τιμοθέου, Μάρα Τσικάρα

 

Άντρας: Χριστόφορος Μαριάδης

 

ΤΡΩΑΔΕΣ

Τιμή προπώλησης μέσω ηλεκτρονικής αγοράς και ταμεία : 15€

Κανονικό εισιτήριο : 17 €

Φοιτητικό/ Άνω των 65: 12€

Δάσκαλοι & Καθηγητές / Ομαδικό (10 άτομα): 10€

Άνεργοι: 10€

ΑΜΕΑ & Συνοδοί ΑΜΕΑ: 8 €

 

Exit mobile version