Οι διευθυντές στην ΕΡΤ και στην TV100 σηματοδότησαν στα τελευταία χρόνια το τέλος της δημόσιας δημοσιογραφίας στη Θεσσαλονίκη

Δύο κανάλια που χρηματοδοτούν οι έλληνες πολίτες έχασαν το ρόλο τους στη Βόρεια Ελλάδα λόγω ανεπαρκούς διοίκησης

Η ελληνική δημοσιογραφία αντιμετωπίζει μια αυξανόμενη πρόκληση: την αναξιοκρατία που ολοένα και περισσότερο υφίσταται και το ρουσφέτι που υπονομεύει την αντικειμενικότητα και την επαγγελματική αξιοπιστία. Σε αυτό το πλαίσιο ένα φαινόμενο που ανησυχεί ιδιαίτερα είναι η ανάδυση ατόμων που, παρά την έλλειψη ικανοτήτων στον δημοσιογραφικό τομέα, βρίσκονται στη θέση του διευθυντή κάποιου δημόσιου καναλιού. Οι περιπτώσεις της ΕΤ-3 και της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης τα τελευταία χρόνια αποτελούν τρανταχτά παραδείγματα ατόμων με ανεπαρκή δημοσιογραφικά προσόντα να διοικούν οργανισμούς οι οποίοι χρηματοδοτούνται από τους φορολογούμενους πολίτες. Ο όρος “αναξιοκρατία” όμως δεν αναφέρεται μόνο στην έλλειψη ικανοτήτων, αλλά και στην απουσία διαφάνειας και δικαιοσύνης στην εκλογή ατόμων σε καίριες θέσεις τη στιγμή που πολλοί δημοσιογράφοι με χρόνια εμπειρίας βρίσκονται στην αγορά εργασίας. Αν παρατηρήσετε τα διευθυντικά στελέχη των προαναφερόμενων τηλεοπτικών σταθμών θα διαπιστώσετε ότι ενώ φέρουν τον τίτλο του δημοσιογράφου δεν έχουν δημοσιεύσιμο ούτε ένα άρθρο ούτε ένα ρεπορτάζ. Η σχέση τους περιορίζεται μόνο σε ιδιαίτερες σχέσεις και στις κολακείες προς όσους τους επέλεξαν. Τα πρόσωπα αυτά συγκαταλέγονται στην κατηγορία όσων δεν διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις ή τα προσόντα και επιλέγονται λόγω προσωπικών ιδιαιτεροτήτων και όχι λόγω των επαγγελματικών επιδόσεων. Το αποτέλεσμα είναι μια δημοσιογραφία που υπονομεύεται τα τελευταία χρόνια από παρασκηνιακές και επικίνδυνες συναλλαγές. Στη Θεσσαλονίκη, το φαινόμενο αυτό φαίνεται να είναι ιδιαίτερα έντονο. Δημοσιογράφοι που δεν έχουν αποδείξει την επαγγελματική τους ικανότητα βρίσκονται σε υψηλές θέσεις διεύθυνσης καναλιών ενώ έμπειροι επαγγελματίες παραμένουν στο περιθώριο. Ο κίνδυνος όμως διευρύνεται ολοένα και περισσότερο καθώς η αναξιοκρατία και το ρουσφέτι επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα της ενημέρωσης και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη του κοινού στα μέσα ενημέρωσης. Η έλλειψη επαγγελματικής αξιοπιστίας και η ανικανότητα στην παραγωγή ποιοτικού δημοσιογραφικού περιεχομένου οδηγούν σε ανακρίβειες, παραπλανητικές ειδήσεις και συχνά αντικειμενικές και προβληματικές αναφορές. Το αποτέλεσμα είναι η εκτροπή της δημοσιογραφίας από τον ρόλο της ως φύλακα της δημοκρατίας. Η κοινή γνώμη χάνει την εμπιστοσύνη της στα μέσα ενημέρωσης, προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στην υγιή λειτουργία της δημοκρατίας. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η πρόκληση, είναι αναγκαίο να υπάρξει μια συνεκτική προσπάθεια εκ μέρους των ενδιαφερομένων μερών. Ειδικές επιτροπές αξιολόγησης πρέπει να επανεξετάσουν τις διαδικασίες πρόσληψης και να τονίσουν τη σημασία της επαγγελματικής κατάρτισης και εμπειρίας. Οι δημοσιογραφικοί σύλλογοι πρέπει να πιέσουν για την προστασία της επαγγελματικής ετικέτας και της διαφάνειας στις διαδικασίες επιλογής. Τέλος, οι αναγνώστες και οι θεατές πρέπει να είναι ενημερωμένοι και κριτικοί, ώστε να αντιλαμβάνονται τη σημασία της υπεύθυνης ενημέρωσης. Συμπερασματικά, η αναξιοκρατία και το ρουσφέτι στην ελληνική δημοσιογραφία και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη αποτελούν σοβαρό πρόβλημα που απειλεί την εμπιστοσύνη και την αντικειμενικότητα των δημόσιων μέσων ενημέρωσης. Η αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης απαιτεί συλλογική προσπάθεια και δέσμευση για την επαναφορά της επαγγελματικής και ηθικής αξιοπιστίας στον τομέα της δημοσιογραφίας. Σε κάθε άλλη περίπτωση η δημοσιογραφία οδεύει προς μια υβριδική κατάσταση που θα σημάνει και το τέλος μιας εποχής.

Γ. Ε.Φ.

 

Exit mobile version